Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Σαμουήλ


Με το θέατρο ομολογουμένως είχα πολύ καλή σχέση πιτσιρικάς. Αυτό οφείλονταν στη μάνα μου που είχε απωθημένο επειδή δεν έγινε ηθοποιός, αν και η ίδια θεωρούσε τον εαυτό της μεγάλο ταλέντο. Πάντως πού μας έχανες πού μας έβρισκες, ήμασταν πρώτη μούρη σε παραστάσεις της Μαίρης Σοΐδου στο θέατρο Χατζώκου ή στον Ελλήσποντο. (Η συνέχεια εδώ)

 Άσε που συνήθως έρχονταν κάνας χιλιμίντζουρας σινεματζής (από Έλση, Αχίλλειο κλπ) και μας πούλαγε προσκλήσεις στο σχολείο για κυριακάτικο πρωινό σούπερ θέαμα στο σινεμά του, με Ταρζάν, Χοντρολιγνό, καράτε και, καπάκι, σατιρικά σκετς από κάτι ανθυποηθοποιούς.
Εξοικείωση υπήρχε λοιπόν. Βέβαια εγώ, που μόλις είχα δει την πρώτη μου τσόντα, θεωρούσα ότι αν κάποτε έμπαινα στις σόουμπιζ, αυτό θα ήταν στον ρεαλιστικό κινηματογράφο, όπου θα μπορούσα απερίσπαστος ΚΑΙ να πληρώνομαι ΚΑΙ να μαλάζω γυναικεία μεμέ. Δεν υπολόγισα στη φαεινή ιδέα του δασκάλου μας, που ήθελε καλά και σώνει να ανεβάσουμε θεατρική παράσταση για την 25η Μαρτίου.
Παρελάσεις στη Θεσσαλονίκη δεν κάναμε. Ήταν τόσα πολλά τα σχολεία, που για να φτάσει η σειρά να κάνει το δικό μας, ευελπιστούσα ότι θα τελειώναμε το σχολείο. Τις παρελάσεις τις σιχαινόμουν από παιδί και συνεχίζω μέχρι και σήμερα. Ο δάσκαλός μας όμως ήθελε κάποιον εναλλακτικό τρόπο συμμετοχής στην εθνική επέτειο. Θέατρο λοιπόν. Οκ. Έρχεται ξαναμμένος και μας ανακοινώνει. Όχι μια μεγάλη παράσταση. Τέσσερα-πέντε μικρά σκετσάκια. Τι σκετσάκια; Έλα μου ντε. Εγώ σε πόσα θα έπαιζα; Θα είχαν κουμπουριές; Θα λέγαμε ποιήματα; θα αναπαριστούσαμε κάποια μάχη;
Και πόση ξεφτίλα θα ήταν να κάνω στο ένα σκετς κάποιον που σκοτώνεται από τα αγαρηνά σκυλιά, και αμέσως στο επόμενο να έχω αναστηθεί και να ξαναπιάνω του ντουφέκι μου; Δεν θα διακυβεύονταν έτσι η αληθοφάνεια του όλου εγχειρήματος; Φουστανέλα πού θα έβρισκα; Θα φόραγα βρακί από κάτω; Σόρτς; Κι αν σηκώνονταν κατά λάθος η φουστανέλα και φαίνονταν το βρακί μου; Πώς είναι να φοράς καλσόν; Είχαν τα παλικάρια καλσόν; Δηλαδή αν ο μπαμπάς μου πάει αύριο στην οικοδομή με καλσόν όλοι θα πουν «γεια σου παλικάρι μας, γεια σου ήρωα»; Πάει η μπετονιέρα με καλσόν; Είχα δει να φοράνε καλσόν οι χορευτές. Ήταν κι αυτοί ήρωες;
Άρχισα να ανησυχώ όταν σκέφτηκα ότι σίγουρα στην παράσταση θα χρειάζονταν και οι αντίπαλοι. Οι κακοί. Οι οχτροί. Κι αν έβαζε εμένα να παίξω κάναν Τούρκο δήμιο με χατζάρα; Κάναν Ιμπραήμ Πασά, κάναν βαρβάτο γενίτσαρο που ξεκλήριζε χωριά ολάκερα; Λίγα είχαν δει τα μάτια μου σε όλα αυτά του Τζαίημς Πάρις; Εδώ που τα λέμε, σκεφτόμουν, το φυζίκ μου πιο πολύ θα ταίριαζε σε κατακτητή, παρά σε ταλαίπωρο σκλάβο πεινασμένο επί 400 χρόνια. Τόσο χοντρός σκλάβος αποκλείεται να υπήρχε σε όλο τον υπόδουλο ελληνισμό. Με είχαν ζώσει λοιπόν τα φίδια ότι στη διανομή ρόλων κάτι κακό θα συνέβαινε. Μακάρι να με βάζαν κομπάρσο, να γλιτώναμε κι εγώ και η οικογένειά μου τον διασυρμό του προδότη χοντρού Έλληνα που από πείνα λύγισε και τούρκεψε.
Άρχισα να παρατηρώ τους άλλους. Σίγουρα ο Δημήτρης ταίριαζε για Υψηλάντης. Είχε αυτήν την ψιλόλιγνη αρχοντική κοψιά του Σέρβου μπασκετμπωλίστα. Τον Βαγγέλη τον έκοβα για κάναν Κανάρη, κάναν Μιαούλη, κάτι θαλασσινό τέλος πάντων ηλιοκαμένο  και μαυρογκαγκανιασμένο. Η Ελπίδα σίγουρα Μαντώ Μαυρογένους που ήταν κούκλα, αν και πρέπει να είχε μαύρα μαλλιά.
Τελικά μπήκε στην τάξη ο δάσκαλος και άρχισε να συγκροτεί ομάδες για τα σκετς. Η άλλη θα έκανε την Μπουμπουλίνα, ο άλλος τον Κολοκοτρώνη (αβανταδόρικος ρόλος και παίζεται και από χοντρό ηθοποιό, διότι ο Θόδωρος ήταν νταβραντισμένος στις αφίσες στο σχολείο μας). Ένας άλλος τον Καραϊσκάκη. Δεν ήθελα Αθανάσιο Διάκο με τίποτα γιατί δεν ήξερα πώς διάολο θα με σούβλιζαν. Εγώ όταν το Πάσχα έψηναν αρνιά στη σούβλα έφευγα μακριά γιατί καψαλιζόμουν. Όχι να σουβλίσουν εμένα τον ίδιο και να με ψήσουν κιόλας! Βέβαια δεν ήμουν σίγουρος ότι τον Αθανάσιο Διάκο τον έψησαν ή απλά τον έβαλαν λίγο στο γκριλ να ροδίσει. Αλλά άσε για καλό και για κακό.
Περιέργως εγώ δεν ήμουν σε κανένα από τα σκετς ούτε ως πρωταγωνιστής, ούτε ως κομπάρσος. Και πάνω που ετοιμαζόμουν ψυχολογικά να αναλάβω κάποια θέση τεχνικού (π.χ. φωτισμός, άνοιγμα-κλείσιμο αυλαίας, φροντιστής) με πλησιάζει και με ρωτάει: «Τι ξέρεις για το Σούλι;». Βάζω το μυαλό μου να ψάξει: 1821, στο γράμμα Σ, θυμάμαι Ζάλογγο. Δεν πιστεύω να με βάλει να κάνω τη Σουλιώτισσα που μετράει τη βαρύτητα στο γκρεμό! Έλεος δάσκαλε. Χοντρή ντραγκ κουήν, απελπισμένη. I will NOT survive.
Μου λέει «θα παίξεις τον Σαμουήλ». Ρε φίλε, εγώ Εβραίους δεν παίζω. Είναι κόντρα ρόλος. Ποιος είναι ο Σαμουήλ; Που τραγουδάει; Σε ποια μάχη νίκησε τους Τούρκους; «Τον καλόγερο Σαμουήλ» επανέλαβε. Καλόγερο; Καλά κοροϊδευόμαστε τώρα; Εγώ ονειρεύομαι να γίνω πορνοστάρ κι ο άλλος ο μαστουρμπέητορ με κάνει καλόγερο; Επηρεάστηκε που τού ‘γραφα ότι εκκλησιάζομαι κι εγώ και η οικογένειά μου κάθε Κυριακή; Σιγά ρε, ώπα. Μια κουβέντα είπαμε. Δεν νηστεύω καν. Μόνο 3 μέρες τη μεγάλη βδομάδα. Και μόνο μεγάλη Παρασκευή από λάδι. Και ούτε εξομολογήθηκα ποτέ κι ας επιμένουν στο σχολείο ότι πρέπει. Τι σκατά καλόγερος με τόσα παραπανίσια κιλά; Πού είναι η εγκράτεια; Την έπνιξα στο μουρουνέλαιο. Είπαμε, έχω καλή ψυχή, αλλά όχι τόσο καλή ώστε να καλογερέψω. Προτιμώ μικρός μικρός να παντρευτώ, παρά να καλογερέψω, διότι βαριά η καλογερική.
«Πρέπει όμως να μιλάς κάπως πιο χοντρά, και αργά.» Ρε φίλε δεν βλέπεις που ακόμα δεν έχω πάθει μεταφώνηση και μιλάω σαν Ιάπωνας ευνούχος; «Το κείμενο είναι αυτό» μου λέει και μου πασάρει κάτι χαρτιά. Ήταν το ποίημα του Βαλαωρίτη «Ο Σαμουήλ». Τον Βαλαωρίτη τον λατρεύω. Τώρα. Τότε όχι ακόμα. Περίμενα κάτι με σωστές κουβέντες. Όχι σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Περίμενα να συζητάω ως οπλαρχηγός με τα άλλα παλικάρια για μπαρουτόβολα, για γιουρούσια, μετερίζια, χωσιές και όλες αυτές τις άγνωστες λέξεις. Να αποκαλούμε ο ένας τον άλλον «ωρέ». Να λέμε «γεια σου και σένα ωρέ καπετάνιε», να ορκιζόμαστε όχι στην Παναγία, αλλά στην Παναγιά, με τον τόνο στη λήγουσα γιατί ο καλός ο λεβέντης στη λήγουσα τον βάζει τον τόνο. Και μετά βάζει τελεία και παύλα γιατί δεν επιδέχεται άλλες διαπραγματεύσεις. Αυτό είπε κι αυτό έτσι είναι. Μαθές. Αυτό το «μαθές» είναι κρητικό ή απλά κολλάει σε όλους τους τσολιάδες; Φανταζόμουν αντρίκειες κουβέντες. «Για πού μαθές τραβάτε ωρέ παλικάρια; Θέλετε να χαλάσουμε ωρέ ένα ασκέρι με αγαρηνά σκυλιά στην πέρα ράχη; Γιουρούσι στις 8.10 μετά μεσημβρίας πίσω από τη χωσιά στο ρέμα του Γαρδόλακα.» Με είχε πιάσει οίστρος. Θα είχα κατάλευκη φουστανέλα όπως τα παλικάρια στο Μανιάκι στην ταινία Παπαφλέσσας με τον Παπαμιχαήλ. Μιλάμε ότι ο Ιμπραήμ Πασάς (Στέφανος Στρατηγός) τους πήρε το κεφάλι, αλλά τους λεκέδες τους πήρε το Εύρηκα. Ακόμα και οι νεκροί ήταν πεντακάθαροι μετά το μακελειό. Αστράφτουν από καθαριότητα, τρίζουν πραγματικά. Μετά από την ταινία αυτή βγήκε η φράση «τρίζουν τα κόκκαλα των προγόνων μας». Εννοεί από καθαριότητα.
 
Ήθελα να είχα και κάποια στο ρόλο της Κάτιας Δανδουλάκη στο σκετς μου. Η Κάτια Δανδουλάκη μέσα μου είχε εγγραφεί ως αληθινή ηρωίδα του 21. Πάντα μα πάντα θα ήταν εκεί. Να μπατάρει ένα τραύμα, να κάνει έναν καφέ στον πολεμιστή, να ταΐσει το άλογό του, να κατασκοπεύσει τον οχτρό. Να κάνει μια πίτα στην ανάπαυλα της μάχης. Ήταν το Κατερινιώ. Το Κατερινιώ κατά πώς φαίνεται (μαθές) το είχαν πάρει όλοι οι οπλαρχηγοί. Σεξ στα μετερίζια. Ήταν γνωστό το Κατερινιώ και στους Κοτζαμπάσηδες και στους αρματολούς και στους κλέφτες και στους μπήχτορες στα ορεινά Κατσάβραχα. Πότε να γιομήσει τα παγούρια νερό, πότε να σφουγγίσει τον ιδρώτα του καπετάν Γαμίκου, πότε να κανελώσει το ρυζόγαλο, και πότε να γεμίσει μπαρουτόβολα.
Τι σκατά ήταν αυτά τα πεντασύλλαβα μπαρουτόβολα που ταίριαζαν στις συλλαβές με τα λιανοντούφεκα, τα λιανοτράγουδα, τα γαμοτράγουδα και τα χρονοντούλαπα ποτέ δεν κατάλαβα ακριβώς. Τα μπαρουτόβολα (που ποτές αρκετά, μαθές, δεν είχαμε εμείς οι Έλληνες) πρέπει να ήταν αυτά που στον Μπλεκ τα έβαζαν στο όπλο να το γεμίσουν από μπροστά μέσα από ένα πράγμα σαν κέρατο. Βέβαια εμείς είχαμε μάθει για του κλέφτη το κιβούρι, που το μπέρδευα κι αυτό με το καναβούρι, και πάντως σίγουρα όχι για βερνικωμένα κέρατα στα οποία έβαζαν μπαρουτόβολα. «Μεγάλη έλλειψη σημειώθηκε σε μπαρουτόβολα κατά τις νυχτερινές ώρες στην περιοχή της Αλαμάνας».
Πήρα το ποίημα. Ήταν τεράστιο. Την κάτσαμε τη βάρκα. Είχε ομοιοκαταληξία, ρίμα, μέτρο. Ποίημα με τα όλα του. Δηλαδή αν κάνω λάθος θα το καταλάβουν όλοι. Και ο δάσκαλος και οι θεατές και οι κριτικοί θεάτρου. Να σε περιλάβει ο Γεωργουσόπουλος να σε κάνει βούκινο που ξέχασες τη στροφή. Πήγα σπίτι απελπισμένος. «Να κάνω τον άρρωστο»; Πόσον καιρό να κάνω τον άρρωστο; Κάποτε θα έπρεπε να γίνω καλά. Δεν μπορούσα να είμαι άρρωστος σε όλες τις πρόβες; Σχολείο δεν θα πήγαινα; Δεν θα έπρεπε να νοσηλευτώ; Να βάλω τη μάνα μου να πάει να πει ότι δεν μπορώ; Όχι ότι δεν θέλω, αλλά ότι δεν μπορώ. Ότι έχω κάτι μαθησιακές δυσκολίες. Αμνησία. Ότι κατά διαστήματα παθαίνω διαλείψεις. Οι δικοί μου μού εξήγησαν ότι ο δάσκαλος μου ανέθεσε το ρόλο γιατί ήξερε ότι θα τα κατάφερνα, ότι πάντα ήμουν διαβασμένος, επιμελής και όλα αυτά τα σιχαμερά που μετατρέπουν ένα φυσιολογικό παιδί σε παχύσαρκο τηλεθεατή.
Ανάθεμα τη μαθητική μου ευσυνειδησία. Κάλιο να έπαιζα στις αλάνες και στις λάσπες σαν τον Κυριάκο το βρωμίλο που ποτέ δεν σήκωσε το χέρι του να πει μάθημα και το μόνο που του χρησιμεύει είναι να το βάζει στη μύτη του και να βγάζει τις μύξες του που τις κάνει μπαλίτσες και τις πετάει στους άλλους. Που γύρω του η περιοχή είναι σαν τη Χιροσίμα μετά τη βόμβα. Όλοι πάνε όσο γίνεται μακριά. Έτσι ξεπληρώνεις ρε δάσκαλε τον καλό τον μαθητή; Που σάμπως πόσες φορές σε πείραξα; Ελάχιστες. Κι αυτές γιατί αυτός ο μαλάκας ο Παναγιώτης είναι που με τσιγκλίζει και γελάμε, όπως τις προάλλες που μας έβγαλε έξω και τους δυο. Εγώ ο διαβασμένος, ο φρόνιμος, ο καθαρός, ο εκ των ελαχίστων που δεν ανευρέθη ψείρα στην τελευταία ψειριακή λαίλαπα του σχολείου. Ανάξια πλερωμή μαθές. Μαθές, θες δε θες, θα το κάνεις που λέει και ο Διονύσιος Σολωμός. Δε λες πάλι καλά που δεν με βάλαν να πω όλον τον εθνικό ύμνο με τις 150 στροφές, νε τελειώσουμε μεθαύριο…
Πήγα στον Προφήτη Ηλία. Βρήκα τον παπά να μου δώσει ράσο. Εγώ δεν πήγαινα ποτέ στην εκκλησία. Μόνο στο προαύλιο για παιχνίδι. Ο παπάς γνώριζε άλλα παιδιά. Εμένα με κοίταξε με κάποια καχυποψία. «Σε ποιο κατηχητικό πας»; «Στον Άη Δημήτρη». Μπούρδες έλεγα, αλλά δεν την ξαναπατάω. Κάποτε είχα προσπαθήσει να πάω σε κάτι παιχνίδια που διοργάνωνε το κατηχητικό του Προφητηλία και όταν τους είπα ότι δεν είμαι γραμμένος σε κανένα κατηχητικό με έδιωξαν. «Αλήθεια, πάει στον Αηδημήτρη» επιβεβαίωσε ο Αλέκος που πήγαμε μαζί. Του εξηγήσαμε για την παράσταση. Ο δάσκαλος μας είχε πει να τον καλέσουμε κι αυτόν, και ότι «σας είμαστε υπόχρεοι» και λοιπά σάλια μύξες.
Πρώτη φορά φορούσα καλυμμαύχι. Ήμουν κεφάλας, ωστόσο χρειάστηκε κάποια γέμιση. Θα βάλουμε εφημερίδες επέμενε η μάνα μου. Τι λε ρε μάνα; Κι άμα αρχίσω να ιδρώνω και ξεβάφουν και αρχίσουν οι μελάνες να τρέχουν στο κούτελο και γεμίσει η φάτσα μου μικρές αγγελίες; Αντιπρότεινα πανιά για γέμιση. Μου είχε δώσει και σταυρό ο παπάς να τον φιλάνε τα παλικάρια όταν τα εξομολογώ. Εγώ γούσταρα τρελά να μου έδινε το θυμιατό, αυτό το μεγάλο, που έχει κάτι κρεμαντζούλια  με κουδούνια που το κουνάνε και κρέμεται με αλυσίδα. Θα κάναμε με την παρέα τρελό πάρτι με τα καρβουνάκια και τα ντουμάνια. Φοβερά οπτικά εφέ. Ο παπάς δεν μας έδωσε τίποτα τέτοιο. Δεν κατάλαβα, τσιγκουνευόμαστε και θυμιατά μάστορα; Δεν καταλαβαίνεις ότι πρέπει να αγιάσω τον κόσμο; Στέκεσαι εμπόδιο στο θέλημα του Θεού; Σου μιλάει κοτζάμ Σαμουήλ. Τι θέλεις τώρα, να φέρω και τους άλλους σε –ήλ, τους Γαβριήλ, Μιχαήλ, Ιεζεκιήλ, Δανιήλ και να τα κάνουμε λαμπόγυαλο;
Ξεκίνησα να διαβάζω το ρόλο από την πρώτη μέρα κιόλας. Καλόγερε τι καρτεράς κλεισμένος μες στο Κούγκι; Πέντε νομάτοι σού μειναν κι εκείνοι λαβωμένοι. Κάθε σειρά και μια απορία. «Έλα να δώσεις τα κλειδιά, σκύψε να προσκυνήσεις». Ποια κλειδιά; Είχε κλειδωθεί ο άλλος απέξω και μιλάγανε από θυροτηλέφωνο; «Κι αφέντη ο Βελήπασας, δεσπότη θα σε κάνει». Ποιος είναι ο Βελήπασας; Εγώ ήξερα Αλή Πασά. Όνομα, επίθετο. Ο Βελήπασας έχει μόνο όνομα; Μήπως είναι Βελή Πασάς; Έχουν ίδιο επίθετο με τον Αλή, άρα είναι κάνας μπαμπάς του. Ποιος ξέρει; «Έτσι ψηλά από το βουνό φωνάζει ο Πήλιο Γκούσης». Εδώ μιλάμε για το πλήρες μπλακάουτ. Είναι κάποιος σε ένα βουνό, ο προδότης, ο Γκούσης. Το βουνό είναι το Πήλιο; Γιατί λέει «φωνάζει ο Πήλιο Γκούσης»; Κανονικά έπρεπε να λέει φωνάζει από το Πήλιο ο Γκούσης. Το Πήλιο είναι κοντά στο Σούλι; (Από τότε άρχισα να μπερδεύω τη Ζαγορά με το Ζαγόρι). Ο Γκούσης είναι στο Πήλιο ή απλά κατάγεται από το Πήλιο; Ντρεπόμουν να ρωτήσω το δάσκαλο. Πήγα στο σπίτι φίλου που είχε εγκυκλοπαίδεια. Πήλιος Γούσης ήταν το όνομα! Τι ξεφτίλα Θεέ μου, να είσαι προδότης και να σε λένε και από πάνω Πήλιο; Ποιος μαλάκας τον βάφτισε έτσι. Γιατί δεν τον έβγαλε Χορτιάτη; Πάντως συνδύαζε βουνό και θάλασσα ο παλιοδοσίλογος.
Τέλος πάντων, αυτά θα τα έλεγε η Λία που θα ήταν η αφηγήτρια. Μετά θα έπαιρνα εγώ τις μεταλαβιές μου, τα δισκοπότηρά μου, τα σέα μου τα μέα μου, και θα άρχιζα τη δέηση. Λόγια, λόγια! Χαμός. Κάτι λέξεις μπουρδουκλωμένες κάτι «Θεέ μου πολυέλεε» (σιγά τον πολυέλεο ρε φίλε) κάτι «κουφάρια που σέπονται», κάτι τσαμπουκάδες ο καλόγερος στο Θεό, ότι ούτε σ’ αυτόν δεν δίνει τα κλειδιά (ποια κλειδιά ρε μάστορα, βγάλτε ένα δεύτερο στον κυρ Μιχάλη που κάνει και τα τακούνια να μη μαλώνετε), κάτι χωριάτικες καθαρεύουσες. Τι να σου λέω τώρα. Η καημένη η Λία θα τα διάβαζε από μέσα τα δικά της και πάλι δεν μπορούσε. Φαντάσου εμένα που έπρεπε να τα λέω κι απέξω.
Ο δάσκαλος ήθελε να βελτιώσω την υποκριτική μου. Πήγα στη μάνα (Actors Studio). Η πρώτη της συμβουλή ήταν να μην τα πω όλα μονοκοπανιά από την ντροπή μου και δεν καταλάβει τίποτα ο κόσμος. Να μιλάω αργά. Βραχνά (!). Να φάω μήπως παγωτά; Τόσα χρόνια παιδεύομαι με τις αμυγδαλές μου ρε γαμώτο. Εδώ πάμε για εγχείρηση και συ μας λες ότι θες βραχνά; Αφού δεν αφήνεις τα παγωτά, πού να την βρω την βραχνάδα και την εσωτερικότητα; Και να μην κάθομαι, λέει ακίνητος. Να κουνάω χέρια πόδια. Δεν αντιλαμβάνομαι το πνεύμα σας μαντάμ. Κι ο δάσκαλος είπε αν μπορώ να δείχνω κατά το Σούλι. Συγνώμη κύριε, ποιος είστε; Προς τα πού πέφτει το Σούλι; Θα δουλέψουμε με χάρτη;
Πέντε νομάτοι μού μειναν. Οι πέντε νομάτοι θα είναι, και καλά, ετοιμοθάνατοι από τις λαβωματιές. Ο Λευτέρης, είπε η μάνα του στη δικιά μου στο μανάβη, κάνει συνέχεια πρόβες στο σπίτι πώς να πέφτει λαβωμένος. Έχει μάθει, λέει, άλλο πέσιμο από βόλι και άλλο από χατζάρα, αναλόγως τι θα του ζητηθεί. Έχει χαλάσει, λέει τα σανίδια. Μελάνιασε από τη μια πλευρά ολόκληρος να κοπανιέται στα πατώματα πριν ξεψυχήσει. Μπορεί, λέει, να μην έχει λόγια στο σκετς, αλλά πάει να κλέψει την παράσταση. Τώρα, λέει, τελειοποιεί το πέσιμο κι από την άλλη πλευρά, γιατί δεν ξέρει πώς θα του ζητηθεί να πέσει. Ο καημένος όταν έμαθε ότι θα πάει από έκρηξη, έπαθε συμφόρηση. Τόσο πέσιμο να πάει τζάμπα. Τι τα θες; Ο Σουλιώτης ή από πέσιμο θα πάει ή…
Την ταινία «Σουλιώτες» (παραγωγή Τζαίημς Πάρις) την είχα δει. Εκεί ο Σαμουήλ εμφανίζεται στο τέλος. Το ρόλο τον παίζει ο Λαυρέντης Διανέλλος. Με συγχωρεί η χάρη σου δάσκαλε, αλλά άλλοι παίζουν τα παλικάρια κι εγώ πρέπει να παριστάνω τον Λαυρέντη; Τον trendy Λαυρέντη; Που πάντα ήτανε καημένος και μόνο μια φορά τον είδα να χαμογελάει στο τρίκυκλο με τη Βουγιουκλάκη όταν πήγαιναν στην ψαραγορά στο «πιο λαμπρό αστέρι». Θα ξεχάσω εγώ την κακομοιριά του στην «κάλπικη λίρα»; Ή θα ξεχάσω ότι έπαιζε σχεδόν σε όλες τις ταινίες του Ξαθόπουλου, την επιτομή της δυστυχίας. Χίλιες φορές ο Παντελής Ζερβός. Χίλιες φορές.
Και γιατί παρακαλώ από όλο το τζέρτζελο με τους Σουλιώτες, εγώ να κάνω τον Σαμουήλ; Γιατί δεν κάνω τον Τζαβέλα; Τον Κόγκα Δράκο; Θα ξεχάσω εγώ τις ωραίες κουβέντες του Κόγκα με τον καπετάν Γκιολέκα; Που τις ήξερα απέξω κι ανακατωτά κι ας μην ήταν του Βαλαωρίτη. Και πού ήταν η Κάτια Δανδουλάκη στο σκετς μου; Δεν υπήρχε καν γυναικείος ρόλος στο σκετς. Ούτε ένα μπαλέτο να πλαισιώνει εμένα τον χοντρολαυρέντη. Έστω ένα τρίκυκλο με την ψαραγορά Σουλίου.
Πήγαμε σε είδη μεταμφιέσεων και κοστουμιών. Χρειαζόμασταν γενειάδα. Είχε μαύρη και ξανθιά. Κάτι τεράστια γένια σαν του Βελουχιώτη. Είπαμε πεινασμένος, είπαμε άπλυτος, αλλά και παντελώς αξούριστος; Και πώς θα στηρίξω όλο αυτό το μαλλί στα μάγουλά μου; Είχε λαστιχάκια στα αφτιά, αλλά μου έμπαινε μέσα στο στόμα. Παραδόξως, επειδή δεν μπορούσα να μιλήσω γρήγορα με τόσες τρίχες στη φάτσα μου, η γενειάδα λειτούργησε ευνοϊκά.
Το μέγα πρόβλημα και άγχος ήταν το μουστάκι. Δεν είχε λάστιχο, δεν είχε κάποιο κόλπο να πιαστεί, δεν είχε τίποτα. Είχε μόνο λίγο διπλό αυτοκόλλητο κάτω από τη μύτη. Στις πρόβες έλεγα τη δέηση και έπιανα το μουστάκι από φόβο μην πέσει. Το χέρι μου πήγαινε αυτόματα εκεί. Έκανα ότι το ισιώνω όπως έκαναν στις ταινίες κάτι βαρύμαγκες. Ήδη φανταζόμουν τους τίτλους των εφημερίδων: «Τα αθάνατα ρεμπέτικα του Σαμουήλ». Ο δάσκαλος και η μάνα μου συνεχώς μου έλεγαν να μην πιάνω το μουστάκι. Ότι δεν πέφτει και τζάμπα ανησυχώ. Εγώ το ένιωθα να κουνιέται επικίνδυνα κάθε που ετοίμαζα τη μεταλαβιά για τα παλικάρια. Κι αυτά τα σκασμένα δεν κάθονταν σε ένα μέρος. Ίδρωνα με το καλυμμαύχι και το μουστάκι νόμιζα θα καταλήξει μέσα στο άγιο δισκοπότηρο.
Η μεγάλη μέρα ήρθε. Η παράσταση δίνονταν σε μια αίθουσα θεάτρου, με κουίντες, παρασκήνια, αυλαίες, φώτα κλπ. Μιλάμε για υπερπαραγωγή του Σεσίλ Ντε Μιλ. Το δικό μου σκετς θα ήταν τελευταίο στη σειρά. Ζέστη, κόσμος, γνωστοί. Πήγα και έβλεπα από το πλάι της σκηνής, εκεί που ήταν ο μηχανισμός για την αυλαία, να δω ποιοι γνωστοί είχαν έρθει στο κοινό. Είδα διάφορους. Το κακό ήταν ότι είχαν έρθει και πολλοί που δεν είχαν καν παιδιά που έπαιζαν στην παράσταση. Ποιος μαλάκας τους είχε καλέσει όλους αυτούς; Πού το έμαθαν; Η παράσταση θα δίνονταν Σάββατο βράδυ. Και μια δεύτερη παράσταση την Κυριακή μεσημέρι.
Υπήρχε νευρικότητα. Του αλλουνού του χάλασε το ντουφέκι λίγο πριν την παράσταση. Ο πυροβολισμός τελευταία στιγμή έγινε «μαχαιριά». Ο μηχανισμός της αυλαίας πότε πότε κολλούσε. Εμείς ούτως ή άλλως κάναμε κι αυτήν τη δουλειά. Ο ένας ίσιαζε του άλλου τα ρούχα. Ο δάσκαλος μας έλεγε συνέχεια σσσσουτ γιατί ακουγόμασταν όσο οι άλλοι στη σκηνή ψυχορραγούσαν. Κι εγώ πάλευα με το κείμενο μην τυχόν και ξέχναγα καμιά γραμμή και έπρεπε να θυμάμαι και τις κινήσεις, να δείχνω του πέντε νοματαίους, να δείχνω το Σούλι, να δείχνω τον Πανάγαθο, να δείχνω τη μεταλαβιά, κάτι Ευαγγέλια, να βλέπω τη Λία πότε θα με κοιτάξει για να αρχίσω να μιλάω. Να είμαι βραχνός και αργός. Βραχνός και αργός. Να σηκώνω το κεφάλι πότε πότε με απόγνωση. Πώς να την κάνω την απόγνωση; Να μη βλέπω τα άλλα παλικάρια, γιατί τα παλιοτόμαρα αυτά μπορεί να έκαναν κάποιον αστείο μορφασμό και η απόγνωση θα πήγαινε περίπατο με το boogie Κούγκι. Να βλέπω στο Θεό και στο Σούλι. Να μη σκουπίσω τον ιδρώτα και χαλάσει η γενειάδα. Ήδη ήμουν μούσκεμα από αγωνία και το μουστάκι έτρεμε επικίνδυνα. Χα! Το είχα προβλέψει όλο αυτό. Κάτω από το ράσο κάνω τη μεγάλη μου κίνηση. Βγάζω την υπερκόλλα UHU που στις διαφημίσεις κολλάει γυαλί με μέταλλο, χαρτί με τούβλο, πλαστικό με λάστιχο, κώλο με άλογο. Ε δεν θα κολλάει μουστάκι με δέρμα; Για όνομα! Μιλάμε για Γερμανικό θαυματουργό προϊόν. Σκέψου το μουστάκι του Χίτλερ και θα καταλάβεις για τι πράγμα μιλάμε.  Ξεκολλάω το μουστάκι. Βάζω κόλλα, το ξαναπατάω. Μόλις αρχίσει να στεγνώνει θα αρχίσει και να κολλάει. Έχω χρόνο ακόμα.
Οι άλλοι πάνω σκοτώνονται και σηκώνουν λάβαρα. Ο κόσμος χειροκροτεί. Κάτι περίεργο συμβαίνει. Ναι μεν η UHU κολλάει, αλλά αρχίζει ένα μικρό τσούξιμο να φουντώνει σιγά σιγά. Πιάνω το μουστάκι. Μερικοί με βλέπουν. «Ξεκόλλησε;» με ρωτάνε. Όχι. Αλλά αρχίζει να καίει για τα καλά. Το πατάω, το στρίβω. Δεν πειράζει να με καίει. Ας μην ξεκολλήσει να βγάλω την παράσταση και ας καώ. «Ο γενναίος πάστωρ». Πάστωρ, αλλά ουχί χέστωρ. Σκυλιά κι αν με σουβλίσετε…
Στη σκηνή πια νιώθω να καίγομαι ολάκερος. Κάτω από το φως των προβολέων ιδρώνω και τσούζει πιο πολύ. Σηκώνω τα μάτια στον Πανάγαθο. «Ήρθε η στερνή μου μέρα, θάρθω σ’ εσέ Πατέρα». Είναι αυτό που λένε «μπήκα στο πετσί του ρόλου». Για την ακρίβεια «στο καμένο πετσί του ρόλου». Η μέθοδος Στανισλάβσκι ωχριά μπροστά στη μέθοδο UHU. Ένα σωληνάριο αρκεί για να βγάλεις όλη την υπολοχαγό Νατάσα, για μια σφαγή Χίου, ένα Μεσολόγγι, ένα ολοκαύτωμα. Ακριβώς το τελευταίο ένιωθα κι εγώ. Ένα ολοκαύτωμα. Σε λάθος γιορτή. Μη σου πω ότι ράγισε ο Πήλιος Γούσης (ΠήλιοΓκούσης) και με λυπήθηκε ο Βελήπασας. «Πονούν ωρέ τα παλικάρια; Έχετε γεια βρυσούλες…». Ήθελα μια βρυσούλα οπωσδήποτε. Να πλύνω την κόλλα, να πετάξω το μουστάκι. Μίλαγα και το φύσαγα. Πώς λένε: «το φυσάς και δεν κρυώνει». Ε αυτό. Η γενειάδα μου ανέμιζε πια μαζί με το μουστάκι. Κοίταγα μια προς το Σούλι, μια προς την Αρβανιτιά. Κι έγινε το Κούγκι, όνομα και πράμα. Πλησίασα με το κερί στα βαρέλια και το μπουρλότιασα. Οι προβολείς αναβοσβήσανε, η αυλαία έπεσε και επιτέλους ανατιναχθήκαμε.
Υποκλιθήκαμε. Ο κόσμος χειροκροτούσε πια όρθιος. Μιλάμε για καλλιτεχνικό θρίαμβο. Η παράσταση τέλειωσε. Βγαίνοντας πολλοί γονείς, αλλά και άσχετοι θεατές μου είπαν συγχαρητήρια. Τέτοιο πράμα σου λέει δεν τόχαν ξαναδεί. Έδωσα νέα διάσταση στην έννοια «Κούγκι». Τέτοιος σπαραγμός, τέτοια αυτοθυσία, τέτοια απελπισία δύσκολο να βρεις. Ακόμα και σε επαγγελματικές παραστάσεις δεν διακρίνεις τόσο πόνο. Και τόσο τσούξιμο.
Πήγα σπίτι. Βάλαμε αλοιφή για τα εγκαύματα. Οι δικοί μου πια ήταν πεπεισμένοι ότι ήμουν ηλίθιος. Το επόμενο στάδιο ήταν να καρφώσω το μουστάκι με πινέζα. Την Κυριακή μεσημέρι έπαιξα με γενειάδα χωρίς μουστάκι.

2 σχόλια:

  1. Τελικά ρε Σώτο σίγουρα Φυσικό πήγες όχι τίποτα δραματική σχολή ή έστω μια φιλολογική;
    Σωτήρη ξέρεις τι μου θύμισες.
    Το "κάθε κωλομέρι". Έχεις τίποτε κρατημένο;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συγγραφική ιδιότητα που με εξέπληξε ευχάριστα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Εδώ θα αφήνετε σχόλια και... σχολιανά

Δημοφιλείς Αναρτήσεις