Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Κυριακές

Σίγουρα θα χεις γράψει κι εσύ έκθεση «πώς πέρασα την Κυριακή μου». Δεν ξέρω γιατί, αλλά αφενός όλες οι δασκάλες ήθελαν να μάθουν πώς περνάμε τη μέρα μας και αφετέρου επέλεγαν πάντα την Κυριακή. Ήταν SOS η Κυριακή. Θα μπορούσαν να ρωτάνε «πώς πέρασα την Τετάρτη μου», αλλά δεν το έκαναν. Η πρώτη μας έκθεση ήταν αυτή ακριβώς. (Η συνέχεια εδώ)
Το είδος των μαθητών τύπου «Μόγλης, το παιδί της ζούγκλας» είναι γνωστό σε όλους. Αυτοί λοιπόν αρνήθηκαν να σηκώσουν μολύβι να γράψουν. Ήταν κάτι σαν αντιρρησίες συνείδησης. Υπήρχαν και κάποιοι άλλοι με τη μορφή ροφού σε ιχθυοτροφείο. Αυτοί ΠΑΡΙΣΤΑΝΟΥΝ ότι έχουν έναν χείμαρρο ιδεών και δεν ξέρουν τι να πρωτογράψουν. Γράφουν, σβήνουν, ξαναγράφουν, ξανασβήνουν, όχι ολόκληρες λέξεις, σκόρπια γράμματα μόνο. Μερικές φορές κάνουν και την περίφημη κίνηση κοτόπουλου. Δηλαδή γέρνουν πίσω, βάζουν το μολύβι στο στόμα και κοιτάζουν το ταβάνι όπως όταν πίνει νερό η κότα. Ότι, και καλά, έχει μπουκώσει η διαδρομή από τον εγκέφαλο στο στομάχι και από κει στο χέρι και κοιτάνε πάνω να ανοίξει ο δρόμος, να κατεβεί εύκολα η σκέψη. Μια άλλη εκδοχή είναι ότι υποκρίνονται ότι είναι τόσες πολλές οι σκέψεις τους που ξέχασαν με ποια σειρά ήθελαν να τις γράψουν και παρακαλούν τον ύψιστο πέρα και πάνω από το ταβάνι, να βάλει σε τάξη αυτόν τον ορυμαγδό.

Εγώ εκείνη τη μέρα ναι μεν έψαχνα τη διάκριση, όπως ο νέος που από τα τσικό τον βάζουν στη μεγάλη ομάδα, αλλά είχα σοβαρά προβλήματα να καταλάβω τι ακριβώς ήταν η έκθεση. Έκθεση ιδεών; Αφού μας ρωτάς κυρά μου πώς περάσαμε την Κυριακή, άρα δεν θες ιδέες. Θες γεγονότα. Ήταν μυθοπλασία ή ακριβές ρεπορτάζ; Θα έπρεπε να βάλω ό,τι μου περνούσε από το μυαλό ή να αναφέρω τα πραγματικά γεγονότα «έγκαιρα και έγκυρα» σαν το δελτίο ειδήσεων της ΥΕΝΕΔ;

Σκέφτηκα τι έκανα την Κυριακή που πέρασε. Να γράψω ξύπνησα, πλύθηκα, έχεσα; Άντε καλά, να μην πω έχεσα… να πω πήγα στην τουαλέτα; Ντροπή δεν είναι; Ναι αλλά αν δεν το γράψω κάνει να κρύβω πράγματα από τη δασκάλα μου; Θα μου πεις πού θα το καταλάβει ότι έχεσα και δεν της το γραψα; Ε όχι και δεν θα το καταλάβει… Δεν ξέρει αυτή, κοτζάμ δασκάλα, ότι πηγαίνουμε όλοι στην τουαλέτα; ΑΥΤΗ ΔΕΝ ΧΕΖΕΙ ΔΗΛΑΔΗ;

Με προβλημάτισε για αρκετή ώρα η υπόθεση. Αποφάσισα να μην αναφέρω όλα αυτά που θα ασχήμαιναν την έκθεση. Πχ δεν θα έλεγα ότι η μάνα μου με μάλωσε το βράδυ να παρατήσω την τηλεόραση και να κοιμηθώ επιτέλους. Θα έπρεπε να δείξω ότι είμαστε μια καθωσπρέπει οικογένεια. Ότι κοιμάμαι νωρίς γιατί έτσι κάνουν τα καλά παιδιά. Ότι τα μαθήματά μου τα έχω ήδη τελειώσει από νωρίς και μετά βοηθάω τη μαμά μου σε δουλειές. Σαν τι δουλειές; Έπρεπε να εφεύρω δουλειές. Αλλά όχι πολλές και βαριές. Μη νομίσουν ότι στο σπίτι με έχουν σα δούλο. Απλά με βάζουν να κάνω δουλειές ίσα ίσα να κρατιέμαι σε φόρμα!!!

Και ενώ είμαι πανέτοιμος να ξεκινήσω να γράφω, ένα νέο αμείλικτο ερώτημα κυριαρχεί. ΕΚΚΛΗΣΙΑ;;; Να γράψω ότι πήγαμε στην εκκλησία; Δεν πάμε εκκλησία τις Κυριακές εμείς. Ωχ, αμάν συμφορά. Μου το χαν πει οι δικοί μου «Να λες ότι πάμε στην εκκλησία. Όχι κάθε Κυριακή, αλλά γενικώς ότι πάμε. Πρέπει να δείχνουμε καλοί χριστιανοί, γιατί είδες ο θειος σου. Έμαθαν ότι είναι αριστερός και κάθε βδομάδα τον φωνάζουν στο τμήμα». Δεν καταλάβαινα τι θα πει χούντα, αλλά σίγουρα ήταν παράνομο αν δεν ήσουν καλός χριστιανός.

Βέβαια θα μπορούσα να ισχυριστώ, αν με φώναζαν στο τμήμα, ότι ήταν μια από κείνες τις Κυριακές που ΕΤΥΧΕ και δεν πήγαμε στην εκκλησία. Ότι, βρε αδερφέ, είμαστε καλοί άνθρωποι και ότι φιλάω το χέρι του παπά κάθε που τον βλέπω, κι ότι δεν ακούω εγώ τι λέει ο Σάββας που με περνάει 4 χρόνια και μας δασκαλεύει όλους όταν περνάει παπάς από μπροστά μας, πρέπει να ξύνουμε τα αρχίδια μας γιατί είναι γρουσουζιά. Άσε μας ρε Σάββα και θα μας πάνε φυλακή… Βέβαια δεν θέλαμε να πάνε ούτε το Σάββα φυλακή γιατί ήταν καλό παιδί. Άσε που μας μάθαινε κι αυτές τις καινούργιες λέξεις και μας προειδοποιούσε να μην τις λέμε στους μεγάλους γιατί ήταν κακές.

Αν λοιπόν μας έκαναν παρατήρηση ότι δεν πάμε στην εκκλησία, θα τους έλεγα ότι την επόμενη Κυριακή θα πηγαίναμε, και να δούνε την έκθεσή μου «Πώς πέρασα την επόμενη Κυριακή μου» στην οποία θα έδινα απάντηση-κόλαφο στις χαλκευμένες κατηγορίες του παρακράτους.

Μετά αναρωτήθηκα αν θα ξαναγράφαμε ποτέ άλλη έκθεση για την Κυριακή μου. Μάλλον όχι. Άρα δεν θα είχα την ευκαιρία να ανασκευάσω τις κακές εντυπώσεις ότι είμαστε οικογένεια παρανόμων. Γιάφκα τρομοκρατών. Άθεοι ρεβιζιονιστές του μαρξισμού, νυν μαοϊστές.

Ο πανδαμάτωρ έτρεχε. Άρχισα να αγχώνομαι. Κάποιοι ηλίθιοι ακόμα κοιτούσαν το ταβάνι, ο Γρηγόρης από το 1ο θρανίο είχε αμολήσει προφανώς κάποια πορδή αθόρυβη, αλλά δηλητηριώδη. Όσοι κοιτούσαν το ταβάνι τώρα πια ήταν σίγουρο ότι έβλεπαν χερουβίμ μέσα στη μαστούρα της μπόχας. Η δασκάλα άνοιξε διακριτικά το παράθυρο και μας πληροφόρησε ότι μένουν μόνο 10 λεπτά.

Άρχισα να γράφω, αποφασισμένος να μην αναφέρω οτιδήποτε για χρήση τουαλέτας και να μην κάνω καμιά νύξη για εκκλησιασμό. Ασθμαίνοντας κατάφερα να παραδώσω την κόλλα μου με το χτύπημα του κουδουνιού. Μερικοί δεν είχαν γράψει τίποτα, παρόλα αυτά συνέχισαν να κοιτάζουν το ταβάνι. Ήταν ήδη σε τρανς όπως οι δερβίσηδες που περιστρέφονται.

Μια βδομάδα μετά η δασκάλα μπήκε κρατώντας στα χέρια της τα γραπτά μας. Άρχισε να κάνει τις παρατηρήσεις της. Είπε, είπε, είπε… Στο τέλος λέει «Έχω εδώ και ένα τελευταίο γραπτό. Στη βιασύνη του αυτός δεν έβαλε όνομα. Και το έγραψε βιαστικά γιατί κάπου κάπου ξεχνάει λέξεις. Δεν είναι καθόλου καλή έκθεση για έναν σημαντικό λόγο. Δεν έχει πουθενά σε όλη τη σελίδα ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΤΕΛΕΙΑ. Μοιάζει με μακαρόνι. Ποιανού είναι να του τη δώσω;». Ντράπηκα να σηκώσω χέρι. Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εδώ θα αφήνετε σχόλια και... σχολιανά

Δημοφιλείς Αναρτήσεις