Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Σινέ Καστέλλο

Ξέρω, ξέρω. Θα σου φανεί τώρα αυτό φτηνή δικαιολογία. Ότι πάω να καλύψω την κουτσουκέλα που έκανα πίσω από φτηνά δικονομικά επιχειρήματα. Κατά βάθος όμως για την πρώτη τσόντα που είδα, ευθύνεται η κακή πολιτική στον τομέα της σχολικής στέγης. (Η συνέχεια εδώ)
Κάποιος νοσηρός νους, κάποια ταλαιπωρημένη ψυχή, συνέλαβε το σχέδιο να πηγαίνουμε σχολείο τις μισές μέρες πρωινοί και τις άλλες μισές απογευματινοί. Την επόμενη βδομάδα πηγαίναμε ανάποδα. Αυτό σήμαινε ότι τις βδομάδες που ήσουν Τετάρτη απόγευμα και Πέμπτη πρωί, έτρεχες και είχες μεγάλες κωλοσφίξες. Υπήρχαν όμως και οι βδομάδες που ήσουν Τετάρτη πρωί και Πέμπτη απόγευμα. Ένα 24ωρο κρεπάλης και παιχνιδιού.

Τότε λοιπόν, στις αρχές της τετάρτης δημοτικού, καθιερώσαμε το σινεμά. Ήταν ένα σινεμά πάνω, ψηλά στη Βάρνα. Η Βάρνα είναι στη Θεσσαλονίκη, μεταξύ Νεάπολης και Συκεών, σε κάτι σοκάκια με ανηφοριές απότομες, να σου φεύγει η ανάσα κι ας είσαι ακόμα πιτσιρίκι. Εμείς βέβαια τις γειτονιές αυτές τις ξέραμε καλά, αφού συχνά είχαμε κάνει τις βόλτες μας εκεί, είχαμε κυνηγηθεί με τις ντόπιες παρέες και είχαμε παρεισφρήσει στα άδυτά τους, κατουρώντας στις αλάνες τους. Εμείς δεν είχαμε τόσο μεγάλες αλάνες διότι ανήκαμε στις περιοχές κοντά στο κέντρο. Γενικά φερόμασταν όπως οι κονκισταδόρες στους ιθαγενείς αφού αισθανόμασταν πιο… πολιτισμένοι.

Εκεί λοιπόν στο σινέ Καστέλλο πηγαίναμε κάθε 2η Τετάρτη που είχαμε άπειρο χρόνο. Μεσημέρι Τετάρτης τρώγαμε γρήγορα γρήγορα και ξεκινούσαμε το ανηφορικό μας ταξίδι στο Γολγοθά της έβδομης τέχνης. Στις 4 ξεκινούσε. Είχε πάντα 2 έργα και συνήθως ήταν πρώτης προβολής. Ή έτσι μας έλεγε η χοντρούλα ταμίας με τα γυαλιά που κάθε φορά μας έβλεπε λαχανιασμένους να φτάνουμε μπροστά από το γκισέ. Για την ακρίβεια: μπροστά και κάτω, διότι ο πάγκος ήταν κάπως ψηλός και αναγκάζονταν να σκύβει να μας δει. «Ένα εισιτήριο για εξώστη». «Ένα εισιτήριο για εξώστη». «Ένα εισιτήριο για εξώστη». Το άκουγε αυτό έξι φορές.

Η διαδικασία ήταν πάγια (the procedure). Περνούσαμε ένας ένας από το ταμείο, κατευθυνόμασταν στον εξώστη, πιάναμε τη σειρά μπροστά μπροστά, βάζαμε τα πόδια πάνω στα κάγκελα για μαγκιά, και άρχιζε η 1η ταινία. Στο ενδιάμεσο πηγαίναμε στο κυλικείο, είχε υπέροχα σάντουιτς με λουκάνικο βραστό, με ρίγανη και αλάτι. Αγκαλιά με το σάντουιτς (δεν το λέγαμε ακόμα «hotdog») και με μια σούπερ γλυκιά γκαζόζα «7 αστέρων Μπίλλια» (μάρκα που έψαξα στο ίντερνετ και υπάρχει ακόμα!!!) ξεκινούσαμε για τη δεύτερη ταινία.

Εκεί λοιπόν είδαμε… και τι δεν είδαμε. Έξι μικροί με μάτια γουρλωμένα, είδαμε από επιθεωρητή Κάλαχαν μέχρι καράτε. Και βέβαια ό,τι θρίλερ της Hammer κυκλοφορούσε. Καθιερώσαμε μετά και το σινεμά Σάββατο απόγευμα για να βλέπουμε όποια δεν προλαβαίναμε τις «δύσκολες» βδομάδες.

Ήταν άνοιξη πια όταν ένα απόγευμα Τετάρτης είδαμε τις αφίσες για τα 2 έργα που έπαιζε το Καστέλλο. «Φλεγόμενοι σταυροί». Ταινία που μίλαγε για ρατσισμό, για ΚουΚλουξΚλαν, για μαύρους, για φυλετικές διακρίσεις… Πράγματα καθημερινά δηλαδή στην ελληνική πραγματικότητα. Το πρόβλημά μας όμως δεν ήταν αυτό. Κι ας μην καλοξέραμε τι είναι η ΚουΚλουξΚλαν και γιατί οι σταυροί είναι φλεγόμενοι. Το πρόβλημά μας ήταν η άλλη ταινία.

«Το ξενοδοχείον του σεξ». Πρόσεξέ με. Όχι το ξενοδοχείο. «Το ξενοδοχείον». Με ν στο τέλος. Διότι κύριε υπήρχαν και κανόνες ορθογραφίας που τους τηρούσαν απαρέγκλιτα ΚΑΙ οι σινεματζήδες. Και τι είναι αυτό «του σεξ»; Όλοι είχαμε ακούσει τη λέξη. Κάτι πρόστυχο. Δεν ξέραμε την διαδικασία (unknown procedure). Ήταν σίγουρα κάτι αμαρτωλό πάντως. Κάτι για μεγάλους, γιατί είχε μαύρα αυτοκόλλητα σε κάτι γυναίκες στην αφίσα.

Κοιταχτήκαμε αμήχανα. Ρε γαμώτο τόση ανηφόρα να πάει τζάμπα; Είναι ακατάλληλο κάτω των 17. Καθόμασταν αρκετοί ώρα κοιτάζοντας την αφίσα. Το ξενοδοχείον του σεξ… τα προκεχωρημένα φυλάκια της ηδονής… τα αβυσσαλέα πάθη των οργασμών… Μιλάμε για παντελώς άγνωστες λέξεις. Ήξερα ότι στο ξενοδοχείο πάει κάποιος τουρίστας να κοιμηθεί. Τι θα πει ξενοδοχείο του σεξ; Το σεξ είναι κάτι που «το κάνεις»; Θέλει ώρα για να γίνει; Δεν περιορίζεται στο απλό χούφτωμα; Υπάρχει ξενοδοχείο ΕΙΔΙΚΑ γι αυτή τη δουλειά; Πού οδεύει ο κόσμος με τόση εξειδίκευση;

Να μπούμε, είπε ένας. «Ναι, οι φλεγόμενοι σταυροί πρέπει να είναι καλό». Αυτή τη μαλακία την είπα εγώ. Είδες ότι από τότε έβρισκα χαζές δικαιολογίες. Ότι, και καλά, με ενδιαφέρει να εντρυφήσω στα προβλήματα του ρατσισμού. Παραδόξως οι υπόλοιποι βρήκαν το επιχείρημά μου καταπληκτικό. Το επανέλαβαν όλοι! Ναι ρε παιδιά, η ΚουΚλουξΚλαν είναι μια μάστιγα για τα αδέρφια μας στον υγρό Νότο της Αμερικής. Λευτεριά στη Νέα Ορλεάνη και στο Νέο Κορδελιό.

Πώς θα πάμε να βγάλουμε εισιτήριο τώρα; Να πούμε ότι είμαστε 17 χρονών; ΣΤΑ 17; Κλεισμένα; Οσονούπω; Πόσο να μεγαλοδείχνει κάποιος για να προσπεράσει περίπου μια δεκαετία; Ούτε η Ζωζώ Σαπουντζάκη δεν παίζει έτσι με το χρόνο. Βάλαμε τον Πολύδωρο μπροστά. Γιός μπάτσου. Να πάει να ρωτήσει. Οι άλλοι 5 πίσω του ακριβώς να ακούμε τι θα πει η ταμίας. Η χορωδία του Τυπάλδου.

«Μπορούμε να μπούμε εγώ και οι φίλοι μου»; Χαμογέλασε αυτή. Χαμογελάσαμε κι εμείς. Να δείχνουμε χαριτωμένοι. Αλλά με μέτρο γιατί η υπερβολική χαριτωμενιά σε κάνει να δείχνεις βρέφος. Τα παλλόμενα κουρεμένα τσουλούφια μας ήταν σε στύση από την αγωνία. Ήταν τα μόνα που μπορούσαν να είναι σε στύση σε τέτοια ηλικία. Να μπούμε, λέει, αλλά να πάμε όπως πάντα στον εξώστη. Μην έρθει κανείς και μας δει. Καμιά αστυνομία… Ε σάμπως εμείς πού θα πηγαίναμε; Δεν είμαστε ρε κοπέλα μου για πρώτο τραπέζι πίστα. Ινκόγκνιτο θες; Θα το έχεις.

Μπήκαμε φορτσάτοι. Οι φλεγόμενοι σταυροί ήταν μια βίαιη ταινία. Για την ηλικία μας πολύ βίαιη. «Τι τραβάνε κι αυτοί οι μαύροι Θεέ μου»; Από μέσα μας παρακαλούσαμε να τελειώσει. Κι αυτή η ΚουΚλουξΚλαν σταματημό δεν είχε πια. Ρε κύριε σκηνοθέτα, πρέπει να μας δείξεις όοοολους τους φόνους των ρατσιστών; Άντε τέλειωνε να δούμε παρακάτω. Στο έργο είχε μια σκηνή βιασμού. Δεν καταλάβαμε γιατί αιμορραγούσε αυτή. Αλλά δεν μας ενδιέφερε ΑΥΤΗ η ταινία. Εξάλλου η ΚουΚλουξΚλαν μπορούσε να σε κάνει να αιμορραγείς και μόνο που σε πλησίαζε. Το ξενοδοχείον και η ΚουΚλουξΚλαν. Και τα δυο με ν στο τέλος. Κλίνεται άραγε η ΚουΚλουξΚλαν;

Ήταν ένα σοφτ πορνό. Τέτοια πια δείχνουν στην τηλεόραση και μάλιστα στις 9 το βράδυ. Δεν υπήρχαν γκρο πλαν. Τους βλέπαμε γυμνούς, αλλά δεν βλέπαμε τον… εσωτερικό τους κόσμο. Γυμνές γερμανίδες. Νεαρές φοιτήτριες. Γελούσαν χαχανίζοντας και χουφτώνονταν στα παγκάκια και στα πάρκα. Έδειχναν τα στήθια τους και δεν φορούσαν σουτιέν. Τα πρώτα συμπεράσματα ήταν:

1) Πρέπει να σπουδάσω πάση θυσία διότι οι φοιτητές περνούν πολύ καλά.

2) Στη Γερμανία το κλίμα είναι εύκρατο και ξηρό. Όλη μέρα στα πάρκα γυρνάνε.

3) Στη Γερμανία δεν φοράει καμία γυναίκα σουτιέν. Οι μανάδες μας είναι πίσω 500 χρόνια οι καραβλαχάρες. Η Ευρώπη έχει καταργήσει τα πολλά πολλά ρούχα.

Μείναμε με το στόμα ανοιχτό και το σάντουιτς αφάγωτο. Τα επιδέξια χέρια των ψηλών κατσαρομάλληδων φοιτητών έψαχναν να βρουν ποιος ξέρει τι κάτω από τις φούστες των κοριτσιών. Κάποια στιγμή μια από αυτές άρχισε να τρώει με αισθησιακό τρόπο ένα hotdog. «Να θυμηθώ την άλλη φορά να πάρω πατατάκια». Δεν ήξερα ότι ένα απλό σάντουιτς μπορούσε να φαγωθεί ΕΤΣΙ. Τι γλώσσα, τι χείλια, τι μουστάρδα!!! Και καθόλου ρίγανη!

Μέχρι που η μια από αυτές υποκύπτει στις πιέσεις του συμφοιτητή της. Πάνε σπίτι του. Η σπιτονοικοκυρά του τους βλέπει στο διάδρομο. «Ξέρω τι πάτε να κάνετε πουλάκια μου. Να ξεσπάτε όταν περνάει το μετρό». Άπειρες άγνωστες λέξεις. Δεν καταλαβαίνω την τύφλα μου. Τι ξέρει αυτή που δεν ξέρω εγώ; Τι πάνε να κάνουν; Γιατί θα ξεσπούν; Το μετρό στο Μόναχο κάθε πότε περνάει;

Η κάμερα ζουμάρει στα στήθη αυτής της Ούλρικε ή πώς διάολο τη λέγανε. Είναι πάνω της. Τους δείχνει από τη μέση και πάνω. Αυτός κουνιέται. Αυτή βογκάει. Στην άκρη της σειράς ο Παναγιώτης ρωτάει το διπλανό του «τι της κάνει και βογκάει»; «Θα σου πω μετά». Ακολούθως ο διπλανός στον παραδιπλανό: «αυτή τώρα γιατί βογκάει»; «Θα σου πω μετά». Τα ίδια απαντάω κι εγώ. Θα τους πω μετά. Πότε μετά; Μετά που θα καταλάβω. Η τύπισσα σκούζει ακριβώς την ώρα που περνάει το μετρό. Όχι σαν τα δικά μας τα αστικά που δεν ξέρεις πότε θα ρθουν. Αυτό είναι κράτος κύριε. Ξέρεις. «Θα χύσω ακριβώς στις 7.22». Ενώ εμείς εδώ «για Λιανοκλάδι, για Λιανοκλάδι». Βρε ουστ.

Κι έτσι λοιπόν, στο σταθμό του Μονάχου την πρόλαβε (άχου) και της τονε φόρεσε. Κατεβήκαμε όλη την κατηφόρα από τη Βάρνα στα σπίτια μας αμίλητοι. Γιατί στο τέλος μια από τις φοιτήτριες άλειψε το ένα της στήθος με μαρμελάδα και ο άλλος το έγλυφε; Είναι καλό αυτό, να κολλάς να σε φάνε οι μύγες; Γιατί λέγανε σε άσχετες στιγμές για προφύλαξη; Από ποιον έπαιρναν προφυλάξεις; Υπήρχαν και κακοί στο έργο που δεν τους είδαμε; Μήπως της ΚουΚλουξΚλαν από την προηγούμενη ταινία; Πώς τολμούν αυτοί να χαμουρεύονται ενώ τα παιδιά στην Αιθιοπία πεινάνε και τα μαύρα αδέρφια μας στον αμερικανικό νότο είναι έρμαια της ρατσιστικής βίας; Και κυρίως: Τι διάολο της έκανε αυτός όταν κουνιόταν πάνω της και αυτή βογκούσε; Ήταν δικαιολογημένη τόση χαρά επειδή ήρθε το μετρό; Εμείς με τα αστικά γιατί δεν κάνουμε έτσι;




2 σχόλια:

  1. Σοβαρά, τώρα, αυτή η κλιμακτήριος πότε θα τελειώσει;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το trailer για τους "Φλεγόμενους σταυρούς" (άμα ψάχνεις βρίσκεις). Μιλάμε για Ρίτσαρντ Μπάρτον, Λη Μάρβιν, Ο.Τζ. Σίμπσον, Κάμερον Μίτσελ κλπ. Το "Ξενοδοχείον" πού να το βρω...
    http://www.youtube.com/watch?v=0zpoYb_fxLQ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Εδώ θα αφήνετε σχόλια και... σχολιανά

Δημοφιλείς Αναρτήσεις