Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Οι Κάρολοι (Δαρβίνος Μαρξ, Παπούλιας) και η γιαγιά μου

Η γιαγιά μου (θεός σχωρές την) έμοιαζε με την απόλυτη εγκυκλοπαίδεια. Τι Wikipedia και χαζά; Η γιαγιά ήξερε τα πάντα και τους πάντες. Είχε άποψη για όλα. Από την τρύπα του όζοντος μέχρι αυτήν του ελλείμματος. Και βέβαια όλα τα παρασκήνια της πολιτικής για τα οποία ήταν σίγουρη ΠΡΙΝ ακόμα τα προβάλουν με πηχυαίους τίτλους οι εφημερίδες. Η γιαγιά ήταν στο ΕΑΜ «γιατί… πού να στα λέω τώρα». Ήταν ΠΑΣΟΚ ένα φεγγάρι «γιατί… τι ρωτάς κι εσύ τώρα». Παρέμενε πάντα αριστερή και κούναγε το κεφάλι απογοητευμένη όταν έβλεπε τους κουκουέδες στην τηλεόραση να μετράνε την αριστεροσύνη τους. Η γιαγιά δεν επέτρεπε σε κανέναν να είναι πιο αριστερός απ’ αυτήν. (Η συνέχεια εδώ).
Ήταν στην αντίσταση κατά των Γερμανών. Τη ρώταγα αν είχε πρακτορικό όνομα (Κόμπρα, Ταΰγετος ή Γυναίκα Φάντασμα). Τότε έλεγε στη μάνα μου ότι έχω αποβλακωθεί από την πολύ τηλεόραση και να φέρουν τον παπά να με διαβάσει. Αργότερα της μίλησα για τον Δαρβίνο. Ότι, σύμφωνα με τη θεωρία του, τα πλάσματα της φύσης που καταφέρνουν να επιβιώσουν, είναι όσα καταφέρνουν να εξελιχθούν και να προσαρμοστούν στις υπάρχουσες ανάγκες. Ότι οι πληθυσμοί στη Γη δρουν ανταγωνιστικά. Η γιαγιά με κοίταξε. Κούνησε το κεφάλι. «Σπουδαίο πράγμα είπε κι αυτός. Αυτό το ξέρουν όλοι. Σάμπως και με τα αφεντικά έτσι δεν γίνεται;».
Η γιαγιά, χωρίς να το ξέρει, είχε διατυπώσει τις θεωρίες του Τόμας Μάλθους που αργότερα συνοψίστηκαν με την έκφραση «κοινωνικός Δαρβινισμός». Η ίδια βέβαια ήξερε πολύ καλά πώς λειτουργούν «τα αφεντικά». Συχνά η γιαγιά φώναζε κάτι άλλες γιαγιάδες (φίλες της) όταν πήγαινα να τη δω. «Ήρθε το παιδί». Καθόμουν εγώ στη μέση να τους αφηγηθώ τις δράσεις και τα αιτήματα της φοιτητικής νεολαίας. Ήταν σα να είμαι μπροστά σε επιτροπή στο «Ελλάδα έχεις ταλέντο». Γελούσαν τρανταχτά και ήταν σαν να έλεγαν «Ελλάδα δεν έχεις ιδέα». Μετά η γιαγιά μας σέρβιρε υποβρύχιο (και για τις πιο απαιτητικές φίλες της παγωτίνια της Algida!!!) και η συνάντηση ελάμβανε τέλος, αφού πρώτα δεχόμουν και τις κατάλληλες συμβουλές για τις σχέσεις ανδρών-γυναικών. «Να σαι καλά μωρή Λαμπρινή. Γελάσαμε και πάλι» λέγανε, με φιλούσαν και απομακρύνονταν σχολιάζοντας.
Όταν μαλώναμε με τη γιαγιά πάντα κατέληγε στην ερώτηση «γι αυτό μαθαίνεις γράμματα; Για να ξέρεις να αποϋρνάς;». Εννοούσε να αντιμιλάω. Έναν καβγά κάναμε όταν υποστήριζα την ανάγκη κατάργησης των αφεντικών μέσω της πολιτικής. Η γιαγιά δεν τους είχε σε καθόλου υπόληψη τους πολιτικούς. Πιστεύω ότι αν ζούσε τώρα η γιαγιά θα ήταν κουκουλοφόρος. Προεκλογικά περνούσαν από το σπίτι της δεκάδες υποψήφιοι να της αφήσουν ψηφοδέλτια. Σταυρωμένα όλα με το όνομά τους και με την παράκληση να επηρεάσει κι άλλους θετικά για την υποψηφιότητά τους. Τους παρακολουθούσα να μπαίνουν, να την αγκαλιάζουν, να τη φιλάνε, να τρώνε τα κεράσματα και να φεύγουν. Μερικοί της φιλούσαν το χέρι κιόλας. «Γιαγιά μήπως λεγόμαστε Κορλεόνε;». Η γιαγιά σταμάτησε να ψηφίζει μετά το θάνατο του γιού της. Όλοι το ήξεραν αυτό. Παρόλα αυτά στις εκλογές έστελναν οι πολιτευόμενοι αυτοκίνητα να τη μεταφέρουν στο εκλογικό τμήμα. «Δεν πιστεύω κυρά Λαμπρινή να πας με κάναν άλλον να ψηφίσεις. Αν πας, να σε υπολογίζω στους δικούς μου». «Καλά, καλά, αφήστε με τώρα να δω το παιδούδι μ’ που ήρθε κι ελάτε άλλη ώρα». Η γιαγιά τους ξαπόστελνε με τρόπο, τάχα να δει εμένα με την ησυχία της, και μετά αναρωτιόταν πώς τολμάει ο τάδε να πιστεύει ότι θα τον ψήφιζε ποτέ. Διότι βλέπεις η γιαγιά είχε στον εγκεφαλικό της σκληρό δίσκο περασμένες όλες τους τις υποσχέσεις και τα μεγάλα λόγια, τις παλινωδίες τους και τις πολιτικές τους κωλοτούμπες, και μπορούσε να ξεκλειδώσει και τις μύχιες σκέψεις τους. Ήταν χάκερ η γιαγιά;
Είπα στη γιαγιά για την «αλλοτρίωση» που έλεγε ο Μαρξ. Ότι ο εργαζόμενος στην ουσία αποδέχεται εξ ανάγκης να παίξει το ρόλο του γραναζιού στη μηχανή παραγωγής. Ότι δεν έχει τρόπους να αντιδράσει. Ότι, από το φόβο της ανεργίας προσπαθεί να ενισχύσει το σύστημα. Να αφομοιωθεί έστω και θυσιαζόμενος. Όταν θέλησα να της μιλήσω, αργότερα, για τις θεωρίες του Σαρτρ η γιαγιά δεν κατάλαβε τίποτα. «Λόγια, λόγια. Μόνο λόγια είστε. Αφού πάλι οι ίδιοι είναι πάνω». Εννοούσε την κυβέρνηση. «Τζάμπα τα γράμματα. Όλοι αχμάκηδες είστε».
Από τον Κάρολο Δαρβίνο, περάσαμε στον Κάρολο Μαρξ και μετά στον Κάρολο Παπούλια. Η εξέλιξή μας δεν άνοιξε ιδιαίτερες προοπτικές. Ο Δαρβίνος κι ο Μαρξ έγιναν το επίκεντρο της αντίδρασης των εξουσιών (εκκλησίας και αφεντικών). Ο Παπούλιας έγινε ο ίδιος εξουσία. Η γιαγιά, αν ζούσε ακόμα, θα συμβούλευε τον πρόεδρο να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές. Όχι τώρα. Πολύ καιρό πριν. Ίσως ψήφιζε και η ίδια τώρα που τα πράγματα είναι ζόρικα. Αλίμονο όμως. Δεν ξέρω καν τι θα ψήφιζε.
Βλέπουμε να εφαρμόζεται πάνω μας όλη η θεωρία του Μαρξ. Δεν μιλάω για τα τετριμμένα: «πάλη των τάξεων» κλπ. Μιλάω για την ισχύ των αγορών, την κυριαρχία της ατομικής ιδιοκτησίας και ίσως για τον στρεβλό Σταχανωφισμό. Μετά βλέπουμε να ξαναπηγαίνουμε στις θεωρίες του Δαρβίνου για την εξέλιξη και επιβίωση των ειδών μέσα από διαφοροποίηση. Τα ίδια και με τις επιχειρήσεις. Τα ίδια και με το πολίτευμα. Και τέλος παρακολουθούμε τον Παπούλια να παρακολουθεί τους πολιτικούς. Άπραγος. Πάνε κι έρχονται και οι 3 «οι άγγελοι το Charlie» νύχτες ολάκερες για να συμφωνήσουν τα… προσυμφωνηθέντα. Η γιαγιά μου θα τα κατάφερνε σίγουρα καλύτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εδώ θα αφήνετε σχόλια και... σχολιανά

Δημοφιλείς Αναρτήσεις