Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Ερωτικόν

 
(εδώ)

Ήταν που τη γούσταρε ρε παιδί μου. Δεν ήταν λόγια και σάλια μύξες. Απροκάλυπτα τη γούσταρε και την ήθελε. Το χε δει γραμμένο και παλιά σε κάτι αναγνώσματα. Ότι όταν βλέπονταν οι εραστές, ήταν κάτι τεκτονικά φαινόμενα που συνέβαιναν και λάβες χύνονταν δεξιά και αριστερά, εντός και εκτός περιοχής. Μάταια σφύριζαν τροχονόμοι και διαιτητές ότι επέκειτο εκτροχιασμός του πνεύματος, ευθυγράμμιση πλανητών και στύση αισθημάτων. Άντε να το σταματήσει αυτό η μάνα της με τις αντιρρήσεις της, η «κοινωνία» με τα κουτσομπόλικα ρουφιανέματα και οι επόπτες των ηθικών γραμμών που την έβγαζαν οφσάιτ. Τη γούσταρε που τον ήθελε.
Γιατί παρακαλώ; Για μια σειρά από οργασμούς. Άσε καημένε. Εσύ ο οικογενειάρχης δεν τα ξέρεις αυτά. Εδώ μιλάμε για έρωτα, όχι για μπιρίμπα. Εσένα το πιο συναρπαστικό που σου συμβαίνει είναι το δελτίο των οχτώ. Αυτοί όμως συναντιόντουσαν να νιώσουν στα χέρια τους τη σάρκα του άλλου. Αυτός πάθαινε κάτι σαν επιληψία όταν είχε στη γλώσσα του τη γεύση της που ήταν απαράλλαχτη ζεστής χωριάτικης τυρόπιτας. Η ίδια φούσκωνε στα χέρια του σαν τυρόπιτα που την πλάθεις, την κλείνεις και την ξανανοίγεις. Να υποταχθεί η ζύμη στα έμπειρα χέρια, να φουσκώσει, να μπλεχτούν τα αλεύρια ανάμεσα στα δάχτυλα. Να την διπλώσει και να την ξανανοίξει, να εγκλωβίσει τον αέρα μέσα της, την ανάσα του μέσα της, να της δώσει πνοή, να της φυσήξει λόγια στον εγκέφαλο, βογγητά στα αυτιά, να της αλλάξει τη ροή των ορμονών, να την ανθίσει και να τη θερίσει.
Αυτηνής πάλι της θύμιζε σύκο γλυκό. Του το ψιθύριζε κιόλας «σύκο, σύκο» κι αυτουνού του σηκώνονταν διότι σε άλλο υπάκουε αυτός, δεν καταλάβαινε την ορθογραφία του πράγματος. Της άρεσε που ακόμα και στην ορθογραφία ήταν εγωιστικά ανορθόγραφος. Είχε κανόνες, αλλά ήταν οι δικοί του κανόνες ορθογραφίας. Είχε αντικαταστήσει τη λέξη «μόνη» με την «ορμόνη» και ούτε τα ζώδια δεν προλάβαινε αυτή να διαβάσει. Να χέσω τα «αισθηματικά», τα «οικονομικά» την «καριέρα» και όλες αυτές τις υποκατηγορίες. Αυτή ζούσε μια άγραφη κατηγορία με αυτά τα ζωώδη ζώδια. Το «χώνω» και το «χύνω» έγιναν ταυτόσημες έννοιες, «έννοια σου» της έλεγε, «τα λήγοντα σε ωμέγα είναι καύλας σημαντικά και αργά ή γρήγορα θα αρχίσουν να τονίζονται στη λήγουσα». Προέβλεπε, σου λέει, ότι ο τόνος κατεβαίνει όταν ο πόθος ανεβαίνει.
Εγώκαιρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εδώ θα αφήνετε σχόλια και... σχολιανά

Δημοφιλείς Αναρτήσεις