Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Ο βοσκός

Με την κυρία Γαλάτεια τα πηγαίναμε σχετικά καλά. Ήταν μεσόκοπη. Τότε μας φαίνονταν γριά υπεραιωνόβια. Η κυρία Γαλάτεια ήταν η νηπιαγωγός μας. Στο νηπιαγωγείο είχα διακριθεί για τη φρονιμάδα μου, για το πάχος μου και για το πλήθος των ρούχων που μου φόραγε η μάνα μου. (Η συνέχεια εδώ)
Όταν με έβλεπε κάποιος ανυποψίαστος, προφανώς θα θεωρούσε ότι μόλις έφτασα από την παγωμένη τούντρα ή ότι έχω κάποια συγγένεια με τίποτα Εσκιμώους και από κει αντλώ την γκαρνταρόμπα μου. Ήμουν από τους ψηλούς της τάξης (ψηλότερος από πολλούς συνομηλίκους μου), χοντρός και ντυμένος με ό,τι μπορεί να βάλει ανθρώπου νους. Αυτό μου έδινε την όψη παιδιού θαύματος στο χώρο του σούμο!

Πλησίαζαν Χριστούγεννα και ήδη είχε προηγηθεί η γιορτή της 28ης Οκτωβρίου όπου είχα απαγγείλει ποίημα που αντιμετωπίστηκε από το κοινό με… παταγώδη αδιαφορία. Τόσο άγχος, τόσες πρόβες, τόσες κινησιολογικές ασκήσεις και δεν είχε κανείς να θυμάται τίποτα. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της όλης μου εικόνας στη διάρκεια της γιορτής, η οποία ήταν ευθέως ανάλογη με την εικόνα απολιθώματος μαμούθ που μόλις το ανακάλυψαν σε σπηλιά με πάγους. Πλήρης (όταν λέμε πλήρης, εννοούμε πλήρης) ακινησία στη διάρκεια του ποιήματος. Το κοινό βρέθηκε αντιμέτωπο με κάποιο τσολιαδάκι σούμο (εμένα) που βγήκε στη σκηνή κατακόκκινο από ντροπή και άρχισε να απαγγέλει τόσο γρήγορα που οι καλύτεροι ράπερς, οι βασιλιάδες Mc (Microphone Controllers) δεν μπορούν να φανταστούν. Αφενός ντρεπόμουν που ήμουν ντυμένος τσολιάς (φούστα και καλσόν, τι θα δούνε τα μάτια μου ακόμα, Θεέ μου σχώρα με, τη χοντρή ντραγκ κουήν), αφετέρου θεωρούσα ότι τα τσολιαδίστικα ήταν οφ σήζον διότι επρόκειτο για την 28η Οκτωβρίου και όχι την 25η Μαρτίου. Γιατί μας είχαν ντύσει τσολιαδάκια δεν καταλάβαινα, αλλά μην ξεχνάμε ότι ήταν χούντα και το tsolias look ήταν τρέντι και ταίριαζε σε όλες τις εκδηλώσεις.

Βγήκα, είπα το ποίημα (400 λέξεις το λεπτό, wowww πιο γρήγορα, πιο γρήγορα…) έκανα λάθος σε μια στροφή και την ξαναείπα δεύτερη φορά και όταν συνειδητοποίησα ότι κάνω λουπ, κοκκίνισα ακόμα περισσότερο, τέλειωσα, χαιρέτησα, και απομακρύνθηκα στα παρασκήνια περπατώντας περίεργα γιατί με έκοβε το καλσόν. Πώς στα ανάθεμα πολεμούσαν ρε συ με τέτοια φορεσιά; Κι ενώ το ποίημα ήταν αστείο διότι κάπου έλεγε και τον γνωστό στίχο του τραγουδιού της Βέμπο «τα τανκς και τα κανόνια δεν είναι μακαρόνια», ο κόσμος, το μόνο που μπορούσε να δει, ήταν ένα κόκκινο φέσι ασορτί με 2 κόκκινα μάγουλα να φουσκώνουν και να ξεφουσκώνουν ραπάροντας. Είχα πετύχει το στόχο μου να μην καταλάβουν τίποτα αν κάνω κάποιο λάθος, και γι αυτό ακριβώς δεν αντέδρασαν χλευαστικά όταν ξαναείπα μια στροφή ολόκληρη κατά λάθος. Η ιλιγγιώδης απαγγελία και η φρενήρης παράθεση λέξεων από το χοντρό τσολιαδάκι ήταν το μόνο που μπορεί να θυμόταν. Άντε το πολύ πολύ κάποιοι να είχαν την απορία πότε δημιουργήθηκε στο σούμο παράρτημα και κλιμάκιο παίδων στη Βόρεια Ελλάδα. Ψιλά γράμματα.

Κράτησα το ταλέντο μου να το δείξω στη χριστουγεννιάτικη γιορτή. Η κυρία Γαλάτεια με ζήλο άρχισε να ετοιμάζει μνημειώδη υπερπαραγωγή. «Θα καταπλήξουμε τα πλήθη». Μωρέ θα φάει η μύγα σίδερο, σκεφτόμουν εγώ. Θα βγάλω τα σπασμένα από το ρεζίλι του Οκτωβρίου. Με την μεστή μου ερμηνεία, την εμπειρία μου από τα τανκς και τα μακαρόνια, θα έδινα ρεσιτάλ που θα έμενε χαραγμένο ανεξίτηλα στα κιτάπια του σχολείου και οι ιστορικοί του μέλλοντος θα είχαν να λένε. Σκεφτόμουν ότι στο ποίημα που θα έλεγα καλό θα ήταν να προσέξω 2 βασικά πράγματα. Το πρώτο ήταν να μειώσω την ταχύτητα και από δίσκο 45 να το κάνω δίσκο 33 στροφών. Να καταλαβαίνει κι ο πτωχός πλην τίμιος θεατής περί τίνος πρόκειται. Διότι αν το στόμα μου πάει ροδάνι, σαν το μπουζούκι του Χιώτη, ο άλλος αδυνατεί να παρακολουθήσει την πλοκή. Μάλιστα σκεφτόμουν μέχρι και ανάσα να πάρω αυτή το φορά, και να μην το πω απνευστί. Το να κάνω επίτηδες κάποια παύση για λόγους θεατρικούς και όχι βιολογικούς (να μην πεθάνω από ασφυξία) δεν μου περνούσε καν από το μυαλό. Το δεύτερο σημείο που θα έπρεπε να προσέξω ήταν η κίνησή μου. Δεν πιστεύω να είμαι και πάλι ντυμένος τσολιάς. Άρα τέρμα το καλσόν που μετατρέπει έναν αρτίστα σε ξεφωνημένη λούγκρα. Τέρμα η πλισέ φούστα με την μπουζάτη λευκάδα της και το ίσαμετογόνατο σεξαπήλ της. Ελπίζω να φοράω κανονικά ρούχα και να μπορώ να κουνήσω κάποιο μέλος του σώματός μου. Θα έπρεπε να πετύχω συγχρονισμό λόγων και κινήσεων. Άρα ή θα έπρεπε να κινούμαι γρήγορα όπως απαγγέλω, ή να απαγγέλω αργά όπως κινούμαι. Θα ζητούσα από τη μάνα μου να μην βάλω 3 πουλόβερ και 2 παλτά ώστε να μπορώ να κολλάω τα χέρια μου στον κορμό του σώματός μου (πράγμα δύσκολο με το ντύσιμο που μου έκανε, και με ανάγκαζε να μοιάζω με το ρομπότ στο «Χαμένοι στο διάστημα»). Τέλος πάντων, καλό θα ήταν να εμπλουτίσω το ρεπερτόριο των κινήσεών μου με κάτι παραπάνω από κινήσεις βλεφάρων και χειλιών διότι κινδύνευα να με θεωρήσουν μέρος του ντεκόρ ή τζουκμπόξ.

Μέχρι που ήρθε η μέρα και η κυρία μας ανακοίνωσε το concept. Ένα σκετς. Η γέννηση του Χριστού, η φάτνη, το θείο βρέφος και όλα αυτά τα γνωστά. Όλοι οι τριγύρω (μάγοι με δώρα, Ιωσήφ, Παναγία, βοσκοί, ζώα, άγγελοι) θα έλεγαν από ένα ποίημα σχετικό με τη γέννηση. Σε ρόλο guest star θα εμφανίζονταν και ο Άγιος Βασίλης να πει κι αυτός τα δικά του. Άρα το σχέδιό μου να εμφανιστώ μόνος στη σκηνή, ναυαγούσε. Εδώ έπρεπε να υποταχθώ στις σεναριακές ανάγκες και στις σκηνοθετικές επιταγές.

Μέχρι που ήρθε η αποφράδα μέρα της κατανομής ρόλων. Εγώ φανταζόμουν και το χα σίγουρο ότι θα ήμουν το θείο βρέφος. Η δασκάλα στο διάστημα που μεσολάβησε από τον Οκτώβριο, με είχε μάθει, φαινόταν ότι με συμπαθούσε διότι ούτε φασαρία έκανα σαν τον κανίβαλο τον Λευτέρη, ούτε χεζόμουν πάνω μου σαν τον πόντιο τον Δημήτρη (τον χέστη, τον «Ποπώφ Βρωμοκωλάροφ» που τον λέγαμε), ούτε ήμουν κάνα τεμπελόσκυλο που δεν διάβαζε ποτέ. Πάντα ήσυχος, με πλήρες σετ με πλαστελίνες, με την χαρτοκοπτική μου, με τα τουβλάκια μου, τα ξυλάκια μου, κύριος. Ήμουν σίγουρος ότι θα έπαιρνα τον πρώτο ρόλο, φανταζόμουν διθυραμβικές κριτικές και φλας. Καλά θα ήταν ως θείο βρέφος. Δεν θα χρειαζόταν να μάθω και τίποτα κινήσεις, αφού μέσα στην κούνια ο Χριστούλης δεν κουνιόταν. Άραγε είχε κούνια ή θα με βάζαν σε τίποτα σανό πάνω, μέσα στη φάτνη, να πάθω και καμιά αναφυλαξία; Δεξιά μου καλά θα ήταν να είναι τα αγγελάκια. Μακάρι να βάλουν αγγελάκι την Ελπίδα που είναι σαν άγγελος πραγματικός. Μην τύχει και βάλουν τη Λία τη χοντρή, ούτε την Πόπη με τις μύξες. Μπλιάχχχ. Άγγελος με μύξες. Αυτήν και στην κόλαση να πήγαινε θα την έδιωχναν. Άραγε θα βάλουν και αγόρια αγγέλους να με πλαισιώνουν;

Όταν άκουσα ότι θα παίξω έναν από τους βοσκούς πήγα να πάθω συμφόρηση. Μπα. Ήμουν σίγουρος ότι κάποιο λάθος έκανε. Εκ παραδρομής είπε το όνομά μου. Κυρία κυρία, λάθος όνομα. Έι ψιτ, μαντάμ. Είδε ότι είχα κατεβάσει το βλέμμα απελπισμένος και ήμουν αμίλητος σε μια γωνιά. Κι άλλοι είχαν αυτό το βλέμμα. «Πιστεύετε ότι θα θέλατε να αλλάξατε το ρόλο σας με κάποιον άλλον;» ρώτησε. Χα! Για μένα το κάνει. Σήκωσαν κάποιοι χέρι. Σήκωσα κι εγώ. «Ποιόν ρόλο θέλεις;» είπε. Τον Χριστό. Ποιος θα τον κάνει τον Χριστό (τον Χριστό σου…); Άνοιξε αυτή τα μάτια διάπλατα. Μπα. Δεν γίνεται αυτό είπε. Χριστό θα βάλουμε μια κούκλα. Έμεινα εμβρόντητος.

Στο σπίτι έβαλα τα κλάματα. Μα να μην παίξω το Χριστό; Μα βρε παιδί μου (η μάνα μου), αφού θα βάλουν κούκλα. Μα επιτρέπεται να βάλουν κούκλα για Χριστό; Θα τους κάψει ο Θεός. Μα βρε παιδί μου, πώς να βάλουν κάποιον να παίξει το Χριστό, αφού θα πρέπει να είναι πιο μικρούλης από όλους σας. Όχι κυρία μου. Έπρεπε να με βάλει. Ο ρόλος ήταν κομμένος και ραμμένος στα μέτρα μου. Αν ήμουν πιο μεγαλόσωμος από τους άλλους (ακόμη κι απ τα βόδια) θα μπορούσε να καλυφθεί το πρόβλημα με λίγο σανό, να φαίνεται μόνο πρόσωπο και το σώμα του υπερφυσικού βρέφους κάτω από τίποτα σακιά, πίσω από ξύλα. Τόση φάτνη, τόση πραμάτεια.

Μάταια προσπαθούσαν να με σταματήσουν να κλαίω εμένα τον παραλίγο θεάνθρωπο. «Τουλάχιστον ας με βάζαν Ιωσήφ» φώναξα με λυγμούς. Θεωρούσα τον Ιωσήφ τον δεύτερο πιο… άγιο ρόλο στο σκηνικό. Την Παναγία δεν θα μπορούσα να την παίξω, τους μάγους τους θεωρούσα παπατζήδες και δεν τους γούσταρα, για άγγελος δύσκολα θα περνούσα μας και φαινόταν αδύνατο με τέτοιο βάρος να πετάξω ή έστω να ξεκολλήσω από το έδαφος (άγγελος-κουρσούμι). Άρα τι έμενε; Ή βοσκός ή βόδι. Έλεος!!! Λες άμα τη ζόριζα να με υποβίβαζε σε ομιλούν βόδι; Πώς λέει ποίημα ένα βόδι; Τι κινήσεις να κάνει ένα βόδι; Σιγά μωρή μη μας βάλεις και κέρατα. Παλιο…δασκάλα. Ποιος θα παίξει τον Άγιο Βασίλη; Ένας που τον λέγανε Βασίλη. Χέστηκα εγώ για το ρόλο του χοντρού αγίου. Καλύτερα που δεν με έβαλε. Θα ξεφτιλιζόμουν. Θα έπρεπε να βγαίνω από τζάκι και να λέω χοχοχο. Βρε ουστ. Να γελάσει το παρδαλό κατσίκι θέλεις;

Ποιος θα είναι ο Ιωσήφ; Ένας χιλιμίντζουρας. Από πού κι ως πού ρε συ; Εγώ με τις ωραίες μου τις πλαστελίνες, ο ευσυνείδητος, ο κοντοκουρεμένος, ο καθαρός, ο γνωρίζων την προπαίδεια ΠΡΙΝ καν πάω σχολείο (εκτός του επαχθούς οχτώ οχτώ), εγώ που άρχισα να διαβάζω παραμύθια μόνος μου από βρέφος σχεδόν, να γίνω ένας απλός τσομπάνης; Υπάρχει σίγουρα μια διεθνής συνομωσία που θέλει το κακό μου. Που φοβάται το ταλέντο μου. Μια κλίκα τσομπαναραίων που με θέλει σε ομηρία. Τέτοιο ταλέντο εγκλωβισμένο σε λάθος επάγγελμα. Και το χειρότερο: ούτε ως τσομπάνης θα ήμουν μόνος!!!. Θα ήμασταν τρεις. Εγώ, ο Νικολάκης ο γκαβός, και ο Δημήτρης ο χέστης!!! Πάς καλά κυρά μου; Με βάζεις στο ίδιο καζάνι με τον άλλον που χέζεται; Τα κάνει πάνω του κοτζαμάν μαντράχαλος. Κι αν χεστεί στην παράσταση τι θα πεις; Ότι μυρίζει η σμύρνα, ο χρυσός και το λιβάνι των μάγων; Θα ψοφήσει από τη βρώμα και το βρέφος και τα ζώα!!! Θα βρωμίσει όλη η φάτνη μαντάμ. Τα αγγελάκια θα φοράνε αντιασφυξιογόνες μάσκες;

Είπα, είπα, είπα. Μια ολόκληρη μέρα έλεγα στο σπίτι μου κατάρες για την κωλοπαράσταση. Σκέφτηκα να βρω μια δικαιολογία να μην παίξω. Ότι θα λείπαμε κάπου μακριά. Στη Νέα Υόρκη ή στην Κατερίνη. Οι γονείς μου μου την έδιναν που το θεωρούσαν απόλυτα φυσιολογικό να με βάλουν να κάνω τον τσομπάνη. Αποφάσισα τελικά να παρατήσω τα βεντετιλίκια. Τσομπάνης; Τσομπάνης. Οκ. «Αλλά δεν θα κουρευτώ μέχρι την παράσταση. Και θα φοράω μαύρη κάπα.» Για να κόβει…



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εδώ θα αφήνετε σχόλια και... σχολιανά

Δημοφιλείς Αναρτήσεις